μνημόσυνο


μνημόσυνο
[мнимосино] ουσ. о.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μνημόσυνο" в других словарях:

  • μνημόσυνο — το панихида, поминовение усопших: κάνω / τελώ το μνημόσυνο τού πατέρα μου совершаю панихиду по своему отцу Этим. < дргр. μνημόσυνον < μνήμων «напоминание, память» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • μνημόσυνο — το (ΑΜ μνημόσυνον) νεοελλ. συγκέντρωση κατά τη διάρκεια τής οποίας εκφωνούνται εγκωμιαστικοί λόγοι οι οποίοι αναφέρονται στη ζωή και το έργο προσώπου που έχει πεθάνει («φιλολογικό μνημόσυνο» νεοελλ. μσν. τελετή η οποία γίνεται σε τακτά χρονικά… …   Dictionary of Greek

  • μνημόσυνο — το 1. εκκλησιαστική τελετή για τη μνήμη νεκρού και την ανάπαυση και συγχώρεση της ψυχής του: Τέλεσε μνημόσυνο για τα σαράντα του άντρα της. 2. συγκέντρωση όπου εκφωνούνται λόγοι για τη ζωή και το έργο μιας προσωπικότητας (πολιτικού, λογοτέχνη κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • (εν)νιά(η)μερα — τα 1. μνημόσυνο που γίνεται την ένατη μέρα από το θάνατο κάποιου: Ήμασταν στα εννιάμερα του μακαρίτη. 2. γιορτή που γίνεται εννιά ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλ. στις 23 Αυγούστου. νιάμερα, τα και νιάμερα, τα και νιάημερα, τα και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μακαριά — η 1. τεμάχια ψωμιού που μοιράζονται μετά την κηδεία ή το μνημόσυνο, η ψυχόπιτα: Μετά την ταφή μάς πρόσφεραν μακαριά. 2. το δείπνο που πραγματοποιείται μετά την κηδεία ή το μνημόσυνο στο σπίτι του νεκρού, η παρηγοριά: Κανείς δε μιλούσε στη… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Парастас — Панихида (также паннихида; парастас; греч. μνημόσυνο; от греч. πανυχίς всенощная) исторически принятое в русском православии название заупокойного чинопоследования; может быть как частным богослужением (требой), так и общественным. Неправильно… …   Википедия

  • Dimitrios Holevas — Photo of Papa Holevas during his time with ELAS Protopresbyter Dimitrios Holevas (Greek: Δημήτριος Χολέβας), more commonly known as Papa Holevas (Παπαχολέβας, Father Holevas ), was a Greek Orthodox priest who was a notable member of the Greek… …   Wikipedia

  • Холевас, Димитриос — Димитриос Холевас (греч. Δημήτριος Χολέβας; 1907(1907), Цука, Фтиотида  16 июля 2001, Афины),  архипресвитер, православный греческий священник и видный член Сопротивления, во время Второй мировой войны сражался в рядах ЭЛАС… …   Википедия

  • Νικολάεα — Νικολάεα, τὰ (Α) ονομασία εορτής που γινόταν στη Δήλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για εορτή ή μνημόσυνο κάποιου Νικολάου] …   Dictionary of Greek

  • ένατος — η, ο (AM ἔνατος, άτη, ατον Α και επιτ. τ. εἴνατος, η, ον και αιολ. τ. ἔνοτος, η, ον) αυτός που στη σειρά κατέχει τον αριθμό εννέα («εἴνατος ἐνιαυτός», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το ένατο καθένα από τα εννέα ίσα μέρη ενός συνόλου 2. (το… …   Dictionary of Greek